- βεβοαμένον
- βεβοᾱμένον , βοάωcry aloudperf part mp masc acc sg (doric aeolic)βεβοᾱμένον , βοάωcry aloudperf part mp neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.